The Importance of Teachers’ Critical Collective Reflection for Their Professional Development


Σοφία Καλογρίδη
Abstract

This paper highlights the crucial role of critical collective reflection, centered on reflective teaching, in promoting teachers’ professional development. Critical reflection, as defined by theorists such as Dewey (1933), Freire (1985), Freire & Shor (1987), Mezirow (1990, 1998, 2022), and Brookfield (1995a, 1997, 2006, 2012), is an active and systematic process of re-examining educators’ assumptions, values, and practices with the aim of fostering informed action, as well as personal and professional growth. Collective reflection, implemented within collaborative groups, encourages the creation of shared meanings, the exchange of experiences, and the enhancement of professional learning through dialogue and interaction among teachers. Through this process, educators cultivate critical thinking, improve their teaching practices, and strengthen self-awareness and collaboration. Reflective teaching, as a topic of discussion and evaluation within collective reflection groups, contributes significantly to teachers’ professional development. Critical collective reflection fosters the development of professional learning communities, empowers educators, and improves educational practice, functioning as a key driver of personal and professional transformation while promoting the values of freedom, social justice, and democracy.


 

Article Details
  • Section
  • Articles
Author Biography
Σοφία Καλογρίδη, ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Η Σοφία Καλογρίδη σπούδασε αρχικά Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια Παιδαγωγικά, εκπονώντας διδακτορική διατριβή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, στο πεδίο των Επιστημών της Αγωγής. Εργάστηκε ως Εκπαιδευτικός ΠΕ από το 1985 σε δημοτικά σχολεία του Ν. Αττικής. Από το 2003 είναι Σχολική Σύμβουλος στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Σήμερα είναι Σχολική Σύμβουλος στην 7η Εκπαιδευτική Περιφέρεια ΠΕ Αττικής. Έχει αναπτύξει πλούσιο επιμορφωτικό έργο σε Περιφερειακά Επιμορφωτικά Κέντρα (ΠΕΚ), όπου εκλέχθηκε δύο φορές αιρετό μέλος των διοικήσεων (Γ΄ Αθήνας και Λαμίας). Σήμερα είναι Υποδιευθύντρια στο 1ο Περιφερειακό Επιμορφωτικό Κέντρο Αθήνας. Το 2011 εργάστηκε ως συντονίστρια των επιμορφωτών – επιμορφωτών των εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και εμπειρογνώμονας εκπαιδευτικής πρακτικής και εφαρμογών για την παραγωγή επιμορφωτικού υλικού στο Μείζον Πρόγραμμα Επιμόρφωσης, που υλοποιήθηκε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Από το 2004 εργάζεται παράλληλα ως Καθηγήτρια – Σύμβουλος στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, στο πεδίο της Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Είναι, επίσης, πιστοποιημένη επιμορφώτρια ενηλίκων από τον ΕΟΠΠΕΠ (ΕΚΕΠΙΣ), αξιολογήτρια προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων, καθώς και αξιολογήτρια στις εξετάσεις πιστοποίησης εκπαιδευτικής επάρκειας των εκπαιδευτών ενηλίκων. Τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται σε θέματα σχετικά με την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, τη μάθηση (ανηλίκων και ενηλίκων), τις καινοτόμους μεθόδους και τεχνικές διδασκαλίας. Έχει πάρει μέρος σε αρκετά συνέδρια και έχει δημοσιεύσει μελέτες και άρθρα σε εκπαιδευτικά βιβλία και περιοδικά.